βαλανωτός

βᾰλᾰν-ωτός, ή, όν, ([etym.] βαλανόω)
A fastened with a βάλανος (11.4),

ὀχεύς Parm.1.16

;

θύρα X.Oec.9.5

.
II adorned with acorns,

φιάλη Ath.11.502b

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανωτόν — βαλανωτός fastened with a masc acc sg βαλανωτός fastened with a neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανωτοί — βαλανωτός fastened with a masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανωτῇ — βαλανωτός fastened with a fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανωτή — βαλανωτός fastened with a fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.